Μετάφραση του "beiderseitig" σε Ελληνικά

Οι αμοιβαίος, αμφίπλευρος, κοινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beiderseitig" σε Ελληνικά.

beiderseitig Adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμοιβαίος

    adjective masculine
  • αμφίπλευρος

    Adjective
  • κοινός

    adjective masculine

    Die Gemischte Sektorgruppe stellt sicher, daß ein effizientes und wirksames beiderseitiges Warnsystem aufrechterhalten wird.

    Η κοινή τομεακή ομάδα θα φροντίζει ώστε πάντοτε να λειτουργεί αποτελεσματικό και επαρκές σύστημα αμφίδρομης επιφυλακής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beiderseitig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beiderseitig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη