Μετάφραση του "Beichtvater" σε Ελληνικά
Οι εξομολογητής, πνευματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beichtvater" σε Ελληνικά.
Beichtvater
noun
masculine
γραμματική
Priester, der Beichten anhört und Absolution erteilt.
-
εξομολογητής
noun masculineZum Glück erhielten wir nach einiger Zeit einen anderen Beichtvater.
Ευτυχώς, ο εξομολογητής αντικατεστάθη εγκαίρως.
-
πνευματικός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Beichtvater " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη