Μετάφραση του "Beichtvater" σε Ελληνικά

Οι εξομολογητής, πνευματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beichtvater" σε Ελληνικά.

Beichtvater noun masculine γραμματική

Priester, der Beichten anhört und Absolution erteilt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξομολογητής

    noun masculine

    Zum Glück erhielten wir nach einiger Zeit einen anderen Beichtvater.

    Ευτυχώς, ο εξομολογητής αντικατεστάθη εγκαίρως.

  • πνευματικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beichtvater " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beichtvater" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη