Μετάφραση του "belieben" σε Ελληνικά

Οι επιθυμώ, βούληση, προαίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "belieben" σε Ελληνικά.

belieben
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιθυμώ

    verb

    Ich diene meiner Königin, wie es ihr beliebt.

    Υπηρετώ τη Βασίλισσά μου όπως επιθυμεί και καταλαβαίνω τις διαθέσεις της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " belieben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Belieben noun neuter γραμματική

ad libitum (lat.) (gehoben)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βούληση

    noun

    Dennoch ist es imstande, das Licht nach Belieben „auszuschalten“.

    Εντούτοις, μπορεί να σβήνει το φως κατά βούληση.

  • προαίρεση

Φράσεις παρόμοιες με "belieben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγαπητό · δημοφιλής · λαοφιλής
  • κατά βούληση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "belieben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη