Μετάφραση του "beliebig" σε Ελληνικά
Οι αυθαίρετα, τυχαία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beliebig" σε Ελληνικά.
beliebig
adjective
γραμματική
platt (umgangssprachlich) [..]
-
αυθαίρετα
Diese Gelder sind keine Finanzreserve, über die man beliebig verfügen kann.
Tα χρήματα αυτά δεν είναι ένα οικονομικό αποθεματικό, που να μπορεί κανείς να το διαθέτει αυθαίρετα.
-
τυχαία
adjectiveSie beginnt bei einem beliebigen Punkt in der Liste.
Η εκ περιτροπής άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων αρχίζει κατόπιν τυχαίας επιλογής βάσει του καταλόγου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beliebig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "beliebig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρόνος
-
οπουδήποτε
-
οποτεδήποτε
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη