Μετάφραση του "beliebt" σε Ελληνικά

Οι αγαπητό, δημοφιλής, λαοφιλής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beliebt" σε Ελληνικά.

beliebt adjective γραμματική

Geliebt oder anerkannt von den Leuten.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγαπητό

    adjective

    Liebling s + ουσιαστικό

  • δημοφιλής

    adjective

    In dieser Gegend sind wir nicht sehr beliebt.

    Δεν είμαστε πολύ δημοφιλής σε αυτόν το λαιμό του δάσους.

  • λαοφιλής

    Eine kompromisslose Haltung gegenüber China ist beliebt, das können wir zu unserem Vorteil nutzen.

    Η σκληρή τακτική κατά της Κίνας είναι λαοφιλής ας εκμεταλλευτούμε την κατάσταση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beliebt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "beliebt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beliebt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη