Μετάφραση του "einleitend" σε Ελληνικά

Οι εισαγωγικός, εισιτήριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einleitend" σε Ελληνικά.

einleitend verb

erst mal (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισαγωγικός

    adjective masculine
  • εισιτήριος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einleitend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "einleitend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einleitend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη