Μετάφραση του "einleiten" σε Ελληνικά
Οι εισάγω, αγγέλω, προκαλώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einleiten" σε Ελληνικά.
an etwas gehen (umgangssprachlich) [..]
-
εισάγω
verbUnsere neuen Freunde helfen uns, ein neues Zeitalter einzuleiten.
Πιστεύω ότι οι νέοι μας φίλοι θα μας βοηθήσουν να εισάγουμε μια νέα εποχή, Μπιλ.
-
αγγέλω
verb -
προκαλώ
Verb verbDie Geburten werden entweder medikamentös eingeleitet, oder es erfolgt ein Kaiserschnitt.
Οι τοκετοί είτε προκαλούνται με τη χορήγηση φαρμάκων είτε γίνονται με καισαρική τομή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " einleiten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Einleiten" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Einleiten στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "einleiten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εισαγωγικός · εισιτήριος
-
αρχίζω έρευνα
-
λαμβάνω μέτρα