Μετάφραση του "einstig" σε Ελληνικά

Οι πρώην, άλλοτε είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "einstig" σε Ελληνικά.

einstig adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρώην

    adjective masculine

    Ein einstiger Feind, mit dem du äußerst widerlich vertraut geworden bist.

    Έναν πρώην εχθρό με τον οποίο έχεις αποκτήσει εμετικά στενή σχέση.

  • άλλοτε

    adverb

    Der Anblick beeindruckte sie dermaßen, daß sie dieses einstige politische und religiöse Zentrum das „Venedig der Südsee“ nannten.

    Εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ από αυτό που είδαν ώστε ονόμασαν εκείνο το άλλοτε πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο Βενετία των Νότιων Θαλασσών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " einstig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "einstig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη