Μετάφραση του "gehemmt" σε Ελληνικά

Το κομπλεξικός είναι η μετάφραση του "gehemmt" σε Ελληνικά.

gehemmt adjective γραμματική

verklemmt (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κομπλεξικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gehemmt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gehemmt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανασταλτικός
  • αναστέλλω · αναχαιτίζω · καθυστερώ · καταστέλλω · κωλύω · παρεμποδίζω · σταματώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gehemmt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη