Μετάφραση του "langlebig" σε Ελληνικά
Οι ανθεκτικός, μακροχρόνιος, μακρόβιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "langlebig" σε Ελληνικά.
langlebig
adjective
γραμματική
nicht kaputtzukriegen (umgangssprachlich)
-
ανθεκτικός
adjective -
μακροχρόνιος
Bei Fusionsreaktionen werden weder Treibhausgase noch langlebige Radioaktivität erzeugt und der Brennstoff ist quasi unbegrenzt.
Η αντίδραση σύντηξης δεν παράγει αέρια του θερμοκηπίου ή μακροχρόνια ραδιενέργεια και το καύσιμο είναι ευρέως διαθέσιμο και σχεδόν απεριόριστο.
-
μακρόβιος
Ihre Abstrahlung ist gleichmäßig, sie ist langlebig und weder zu groß noch zu heiß.
Εκπέμπει σταθερή θερμότητα, είναι μακρόβιος και δεν είναι ούτε πολύ μεγάλος ούτε πολύ ζεστός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πολυετής
- πολύχρονος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " langlebig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "langlebig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαρκές αγαθό
-
διαρκές αγαθό
-
διαρκές αγαθό
-
μακρόβιο κοντόβιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη