Μετάφραση του "raufen" σε Ελληνικά

Οι κρουω, πάλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raufen" σε Ελληνικά.

raufen verb γραμματική

(sich) schlagen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρουω

  • πάλη

    noun

    Ein Amateurvideo zeigt ihn beim Raufen mit ihr, was anscheinend friedlicher Natur ist.

    Ερασιτεχνικό βίντεο συνέλαβε πάλη μαζί της φαινόταν να είναι ένας παιχνιδιάρικος τρόπος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " raufen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "raufen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη