Μετάφραση του "Rauheit" σε Ελληνικά
Οι δριμύτητα, σκληρότητα, τραχύτητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rauheit" σε Ελληνικά.
Rauheit
noun
feminine
Holprigkeit (umgangssprachlich)
-
δριμύτητα
-
σκληρότητα
nounMittlere Rauheit, hohes Tempo?
Μέτριας σκληρότητας, υψηλό τέμπο;
-
τραχύτητα
Das Rollgeräusch an sich ist auf die Rauheit und das dynamische Verhalten der Gleise zurückzuführen.
Καθαυτός ο θόρυβος κύλισης προκαλείται από την τραχύτητα και τη δυναμική συμπεριφορά της γραμμής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Rauheit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη