Μετάφραση του "reizend" σε Ελληνικά

Οι χαριτωμένος, ευγενικός, γοητευτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reizend" σε Ελληνικά.

reizend adjective verb γραμματική

hold (veraltet) (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαριτωμένος

    adjective masculine

    Naja, ich wollte aber nicht reizend sein.

    Δεν θέλω να είμαι χαριτωμένος.

  • ευγενικός

    adjective

    Aber plötzlich spürt man dann, dass er ein reizender Mensch ist.

    Αλλά τότε καταλαβαίνεις ότι είναι καλός ευγενικός και ότι ανησυχεί λιγάκι.

  • γοητευτικός

    Ich bin mir sicher, dass du reizend darin aussiehst.

    Είμαι βέβαιος ότι θα δούμε γοητευτικός σε αυτό.

  • αγαθός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reizend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "reizend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγκαθερός
  • με διεγείρει
  • γαργαλώ · διεγείρω · εκνευρίζω · ερεθίζω · θέλγω · ξυπνώ · σαγηνεύω · σκανδαλίζω
  • γοητεία
  • έλξη · γοητεία · δέλεαρ · ερέθισμα · θέλγητρο
  • εξωτερικό ερέθισμα
  • διεγείρω | διέγερση
  • που βρίσκεις την ευχαρίστηση το ερέθισμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reizend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη