Μετάφραση του "Reizbarkeit" σε Ελληνικά

Οι ερεθιστικότητα, ευερεθιστότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reizbarkeit" σε Ελληνικά.

Reizbarkeit noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερεθιστικότητα

    übermäßige Reaktion auf Reize

    Bei einigen kann Koffein Schlaflosigkeit, Reizbarkeit oder Konzentrationsschwierigkeiten verursachen.

    Σε μερικούς ανθρώπους, η καφεΐνη μπορεί να φέρει αϋπνία και ερεθιστικότητα ή να τους δημιουργήσει πρόβλημα συγκέντρωσης.

  • ευερεθιστότητα

    Es können Schlaflosigkeit, Reizbarkeit, Tachykardie und Kopfschmerzen auftreten.

    Ενδέχεται να εκδηλωθούν αϋπνία, ευερεθιστότητα, ταχυκαρδία και κεφαλαλγία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Reizbarkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Reizbarkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη