Μετάφραση του "Reiz" σε Ελληνικά

Οι έλξη, γοητεία, δέλεαρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reiz" σε Ελληνικά.

Reiz noun Noun masculine γραμματική

Inzentiv (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλξη

    noun feminine

    Ich würde niemals eine benutzen, aber sogar ich spüre den Reiz einer Pistole.

    Δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ αλλά ξέρω την έλξη που ασκούν.

  • γοητεία

    noun

    Ich war sehr betrunken und von deinen Reizen ganz hingerissen.

    Ήμουν μεθυσμένος και η γοητεία σου με είχε διαλύσει.

  • δέλεαρ

    Der Reiz des Sofortgenusses ist mächtig, doch er ist nicht übermächtig.

    Το δέλεαρ της άμεσης ικανοποίησης μπορεί να είναι ισχυρό, αλλά δεν είναι πανίσχυρο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ερέθισμα
    • θέλγητρο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Reiz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Reiz" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγκαθερός
  • με διεγείρει
  • γαργαλώ · διεγείρω · εκνευρίζω · ερεθίζω · θέλγω · ξυπνώ · σαγηνεύω · σκανδαλίζω
  • γοητεία
  • αγαθός · γοητευτικός · ευγενικός · χαριτωμένος
  • εξωτερικό ερέθισμα
  • διεγείρω | διέγερση
  • που βρίσκεις την ευχαρίστηση το ερέθισμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Reiz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη