Μετάφραση του "salze" σε Ελληνικά
Οι άλας, Άλας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "salze" σε Ελληνικά.
salze
verb
-
άλας
noun neuterii) für mindestens 14 Tage vor ihrem Versand trocken oder naß gesalzen worden sein, oder
(ii) επεξεργασία με άλας ή άλμη επί τουλάχιστον 14 ημέρες πριν από την αποστολή τους, ή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " salze " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Salze
noun
-
Άλας
chemische Verbindungen aus Kationen und Anionen
Salz, Schwefel, Steine und Erden, Gips, Kalk und Zement
Άλας, θείο, γαίες και λίθοι, γύψος, ασβέστης και τσιμέντα
Φράσεις παρόμοιες με "salze" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χοντρό αλάτι
-
βασικό άλας
-
αλατισμένος · αλμυρός · παστός
-
μια πρέζα αλάτι
-
ελαφρά αλατισμένο
-
άλας · άλατα · αλάτι · αλατίζω · ἅλς
-
ουδέτερο άλας
-
αλκαλικό άλας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη