Μετάφραση του "salzen" σε Ελληνικά

Οι αλατίζω, άλας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "salzen" σε Ελληνικά.

salzen verb γραμματική

Mit Salz würzen. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλατίζω

    verb
  • άλας

    noun neuter

    ii) für mindestens 14 Tage vor ihrem Versand trocken oder naß gesalzen worden sein, oder

    (ii) επεξεργασία με άλας ή άλμη επί τουλάχιστον 14 ημέρες πριν από την αποστολή τους, ή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " salzen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Salzen noun Noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

"Salzen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Salzen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "salzen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "salzen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη