Μετάφραση του "verursachen" σε Ελληνικά

Οι προκαλώ, δημιουργώ, προξενώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verursachen" σε Ελληνικά.

verursachen verb γραμματική

mit sich bringen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προκαλώ

    verb

    Dies verursacht einen erheblichen Verwaltungsaufwand für die Mitgliedstaaten.

    Αυτό προκαλεί σημαντικό διοικητικό φόρτο για τα κράτη μέλη.

  • δημιουργώ

    verb

    Sie müssen abschließbar sein, falls eine Wiedereinschaltung eine Gefahr für Personen verursachen kann.

    Πρέπει να μπορούν να κλειδώνονται, εφόσον η επανασύνδεση μπορεί να δημιουργήσει κίνδυνο για τα πρόσωπα.

  • προξενώ

    verb

    In einem solchen Zustand handeln Menschen nicht selten unsittlich oder gewalttätig, und manche verursachen tödliche Unfälle.

    Ενώ βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση, πολλοί αναμειγνύονται σε ανήθικη συμπεριφορά, ενεργούν βίαια και προξενούν μοιραία δυστυχήματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verursachen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Verursachen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Verursachen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Verursachen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "verursachen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verursachen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη