Μετάφραση του "wehrpflichtig" σε Ελληνικά

Το στρατεύσιμος είναι η μετάφραση του "wehrpflichtig" σε Ελληνικά.

wehrpflichtig adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρατεύσιμος

    Betrifft: Finanzierung des Projekts „Digitalisierung der Wehrdaten der Wehrpflichtigen Griechenlands Jahrgang 1972-1990“ durch die EU

    Θέμα: Χρηματοδότηση του έργου «Ψηφιοποίηση των δεδομένων στράτευσης των στρατευσίμων στην Ελλάδα των ετών 1972-1990» από την Ε.Ε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wehrpflichtig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wehrpflichtig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη