Μετάφραση του "Wehrpflicht" σε Ελληνικά
Οι στρατολόγηση, Στρατιωτική θητεία, υποχρεωτική στρατιωτική θητεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wehrpflicht" σε Ελληνικά.
Wehrpflicht
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
στρατολόγηση
noun femininePflicht für einen gewissen Zeitraum in den Streitkräften seines Landes zu dienen
-
Στρατιωτική θητεία
In Griechenland wird die höhere Altersgrenze mit der langen Wehrpflicht begründet.
Στην Ελλάδα η μακρά υποχρεωτική στρατιωτική θητεία επιδρά στο ανώτερο όριο ηλικίας.
-
υποχρεωτική στρατιωτική θητεία
In Griechenland wird die höhere Altersgrenze mit der langen Wehrpflicht begründet.
Στην Ελλάδα η μακρά υποχρεωτική στρατιωτική θητεία επιδρά στο ανώτερο όριο ηλικίας.
-
επιστράτευση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Wehrpflicht " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη