Μετάφραση του "wehrlos" σε Ελληνικά

Οι ανυπεράσπιστος, απροστάτευτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wehrlos" σε Ελληνικά.

wehrlos adjective γραμματική

(der Willkür) ausgeliefert

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανυπεράσπιστος

    adjective

    Das Ushaan ist beendet, wenn einer der Duellanten wehrlos ist.

    Και ότι το Ουσάνν έχει εκτελεστεί όταν ένας μαχητής καθίσταται ανυπεράσπιστος.

  • απροστάτευτος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wehrlos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wehrlos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη