Μετάφραση του "wohnen" σε Ελληνικά

Οι κατοικώ, μένω, ζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wohnen" σε Ελληνικά.

wohnen verb γραμματική

als Angestellter bei seinem Chef, als Famulus bei seinem Lehrer

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοικώ

    verb

    die Zahlung der Leistungen an Personen, die in den Hoheitsgebieten der Mitgliedstaaten wohnen.

    την καταβολή των παροχών στα πρόσωπα που κατοικούν στις επικράτειες των κρατών μελών.

  • μένω

    verb

    Mike hat einen Freund, der in Chicago wohnt.

    Ο Μάικ έχει ένα φίλο που μένει στο Σικάγο.

  • ζω

    verb

    leben

    Ich habe viele Freunde, die in Boston wohnen.

    Έχω πολλούς φίλους, που ζουν στη Βοστώνη.

  • διαμένω

    verb

    In diesem Hoheitsgebiet nehmen die Kunden, die in Belgien wohnen, ihre Flugreservierungen vor.

    Στο έδαφος αυτής η πελατεία που διαμένει στο Βέλγιο προβαίνει σε κρατήσεις αεροπορικών θέσεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wohnen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wohnen Noun γραμματική

bei jmdm., in einem Internat etc. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοίκηση

    Im nachbiblischen Aramäisch wurde dieses Licht als Schekina (schechináh) bezeichnet, was „das, was wohnt“ oder „das Wohnen“ bedeutet.

    Στη μεταβιβλική αραμαϊκή, αυτό το φως ονομαζόταν Σεκινάχ, λέξη η οποία σημαίνει «αυτό που κατοικεί» ή «η κατοίκηση».

  • στέγαση

    noun

    Auch auf dem Gebiet des Wohnens können wir besser werden.

    Η στέγαση είναι ένας ακόμη τομέας που μπορούμε να βελτιώσουμε πραγματικά.

Φράσεις παρόμοιες με "wohnen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wohnen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη