Μετάφραση του "Adherence" σε Ελληνικά

Οι Προσκόλληση, προσχώρηση, προσκόλληση, αφοσίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Adherence" σε Ελληνικά.

Adherence
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προσκόλληση, προσχώρηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Adherence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

adherence noun γραμματική

A close physical union of two objects. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσκόλληση

    noun

    By the nature and extent of the injuries, the length of each abduction, adherence to ritualized behavior.

    Απ'τη φύση και την έκταση των τραυμάτων, τη διάρκεια της κάθε απαγωγής, την προσκόλληση σε τελετουργικές συμπεριφορές.

  • αφοσίωση

    feminine

    Roman thinking could not conceive of a religion that demanded exclusive devotion from its adherents.

    Η ρωμαϊκή νοοτροπία δεν μπορούσε να κατανοήσει μια θρησκεία που απαιτούσε αποκλειστική αφοσίωση από τους πιστούς της.

  • εμμονή

    I find the adherence to fantasy troubling and unreasonable.

    Θεωρώ την εμμονή στη φαντασία προβληματική και παράλογη.

  • προσήλωση

    feminine

    Nevertheless the adherence to some general development principles seems useful, particularly in relation to research and innovation policies.

    Η προσήλωση ωστόσο σε ορισμένες γενικές αρχές ανάπτυξης φαίνεται χρήσιμη, ιδίως όσον αφορά πολιτικές έρευνας και καινοτομίας.

Φράσεις παρόμοιες με "Adherence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εμμένω · κολλώ · προσκολλώμαι · προσφύομαι
  • εμμένω · τηρώ
  • μέλος · οπαδός · υποστηρικτής
  • εμμένω · κολλώ · προσκολλώμαι · προσφύομαι
  • εμμένω · κολλώ · προσκολλώμαι · προσφύομαι
  • εμμένω · κολλώ · προσκολλώμαι · προσφύομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Adherence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη