Μετάφραση του "adhere" σε Ελληνικά

Οι εμμένω, προσκολλώμαι, κολλώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adhere" σε Ελληνικά.

adhere verb γραμματική

(intransitive) To stick fast or cleave, as a glutinous substance does; to become joined or united; as, wax to the finger; the lungs sometimes adhere to the pleura. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμμένω

  • προσκολλώμαι

    verb
  • κολλώ

    verb
  • προσφύομαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adhere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adhere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αφοσίωση · εμμονή · προσήλωση · προσκόλληση
  • εμμένω · τηρώ
  • μέλος · οπαδός · υποστηρικτής
  • Προσκόλληση, προσχώρηση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adhere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη