Μετάφραση του "Adhesion" σε Ελληνικά

Οι Συγκόλληση, πρόσφυση, προσκόλληση, πρόσφυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Adhesion" σε Ελληνικά.

Adhesion
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συγκόλληση, πρόσφυση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Adhesion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

adhesion noun γραμματική

The ability of a substance to stick to an unlike substance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσκόλληση

    noun feminine

    It improves film toughness, increases coating application rates and promotes better film adhesion.

    Βελτιώνει τη σκληρότητα του υμενίου, αυξάνει τον βαθμό εφαρμογής της επικάλυψης και προάγει την καλύτερη προσκόλληση του υμενίου.

  • πρόσφυση

    noun feminine

    They must have a high adhesive strength and any attempt to remove them must result in their destruction.

    Πρέπει να διαθέτουν επαρκή πρόσφυση ώστε η αφαίρεσή τους να έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή της οικοπινακίδας.

  • επικόλληση

    Noun noun feminine

    In May 1840, the first adhesive postage stamp went on sale in Britain and soon became famous as the Penny Black.

    Το Μάιο του 1840, το πρώτο γραμματόσημο για επικόλληση άρχισε να πουλιέται στη Βρετανία και σύντομα έγινε ξακουστό με το όνομα Μαύρη Πένα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συγκόλληση
    • συνάφεια
    • αφοσίωση

Φράσεις παρόμοιες με "Adhesion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γύψος · λευκοπλάστης
  • συγκολλητικό υλικό
  • αυτοκόλλητη ταινία · κολλητική ταινία · λευκοπλάστης
  • συγκολλητικό υλικό
  • Κόλλα · Κόλλα, συγκολλητικό, αυτοκόλλητο · αυτοκόλλητο · κολλητική ουσία · κολλώδης · κόλλα · συγκολλητικό · συγκολλητικό υλικό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Adhesion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη