Μετάφραση του "Assumption" σε Ελληνικά

Οι δεκαπενταύγουστος, Δεκαπενταύγουστος, Αύγουστος 15 είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Assumption" σε Ελληνικά.

Assumption noun γραμματική

celebration in the Roman Catholic Church of the Virgin Mary's being taken up into heaven when her earthly life ended; corresponds to the Dormition in the Eastern Orthodox Church [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεκαπενταύγουστος

    noun
  • Δεκαπενταύγουστος

    noun masculine
  • Αύγουστος 15

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Κοίμηση της Θεοτόκου
    • Παραδοχή, προϋπόθεση
    • Της Παναγίας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Assumption " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

assumption noun γραμματική

The act of assuming, or taking to or upon one's self; the act of taking up or adopting. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπόθεση

    noun feminine

    thing supposed [..]

    B36 Generally, the assumption about expected dividends should be based on publicly available information.

    B36. Γενικά, η υπόθεση για τα αναμενόμενα μερίσματα θα πρέπει να βασίζεται σε πληροφορίες που είναι διαθέσιμες δημόσια.

  • ανάληψη

    noun feminine

    taking of a person up into heaven [..]

    Such safeguards should not imply any assumption of liability by the client.

    Οι διασφαλίσεις αυτές δεν θα πρέπει να συνεπάγονται ανάληψη ευθύνης από τον πελάτη.

  • προϋπόθεση

    noun

    As I see it, this assumption is based on the following consideration.

    Ο λόγος γι’ αυτή την προϋπόθεση έγκειται, κατά τη γνώμη μου, στην ακόλουθη σκέψη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμπέρασμα
    • αξίωση
    • αλαζονεία
    • Κοίμηση της Θεοτόκου
    • παραδοχή
    • εκτίμηση
    • δεδομένο
    • εικασία
    • θεωρία
    • αίτημα

Φράσεις παρόμοιες με "Assumption" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Assumption" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη