Μετάφραση του "assumptive" σε Ελληνικά

Οι αναιδής, υποθετικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assumptive" σε Ελληνικά.

assumptive adjective γραμματική

Held as true or valid without evidence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναιδής

    adjective masculine
  • υποθετικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " assumptive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "assumptive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αύγουστος 15 · Δεκαπενταύγουστος · Κοίμηση της Θεοτόκου · Παραδοχή, προϋπόθεση · Της Παναγίας · δεκαπενταύγουστος
  • παραδοχές που υιοθετήθηκαν
  • Κοίμηση της Θεοτόκου · αίτημα · αλαζονεία · ανάληψη · αξίωση · δεδομένο · εικασία · εκτίμηση · θεωρία · παραδοχή · προϋπόθεση · συμπέρασμα · υπόθεση
  • αρχή · θεμέλιο · προϋπόθεση
  • Ανάκτηση με μηδενικές προϋποθέσεις
  • Αύγουστος 15 · Δεκαπενταύγουστος · Κοίμηση της Θεοτόκου · Της Παναγίας
  • Ανάκτηση με μηδενικές προϋποθέσεις
  • υπόθεση έργου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "assumptive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη