Μετάφραση του "Break" σε Ελληνικά

Οι Διακοπή, ανοίγω, σπάω, διάλειμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Break" σε Ελληνικά.

Break
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διακοπή, ανοίγω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Break " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

break verb noun γραμματική

(intransitive) To end up in two or more pieces that cannot easily be reassembled. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπάω

    verb

    intransitive: to separate into (to end up in) two or more pieces [..]

    I'll break more than rules if you don't tell me where they are right now!

    I θα σπάσει περισσότερο από κανόνες αν δεν μου πεις πού είναι τώρα!

  • διάλειμμα

    noun neuter

    rest or pause, usually from work [..]

    Let's take a break for coffee.

    Ας κάνουμε ένα διάλειμμα για καφέ.

  • χαλάω

    verb

    transitive: to cause to stop functioning [..]

    I hate to break it to you, but you're a pig too.

    Δεν θέλω να στο χαλάσω αλλά και εσύ γουρούνι είσαι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σπάζω
    • διακοπή
    • παραβιάζω
    • λύνω
    • σπάσιμο
    • διάσπαση
    • βλάβη
    • λύνομαι
    • επιορκώ
    • χωρίζω
    • διαλύω
    • διακόπτω
    • θραύση
    • θραύω
    • καταστρέφω
    • καταρρέω
    • δαμάζω
    • ανάπαυση
    • ρεπό
    • κόβω
    • ξεσπάω
    • χαλώ
    • κρουω
    • αβαρία
    • ευκαιρία
    • παρακάμπτω
    • συντρίβω
    • ρήξη
    • σταματώ
    • ξεσπώ
    • ακυρώνω
    • αλλαγή
    • ξεπερνώ
    • αθετώ
    • ανάπαυλα
    • ραγίζω
    • παρεμβολή
    • τσακίζω
    • παρέμβαση
    • σταματάω
    • σκάω
    • ξεφεύγω
    • εγκαινιάζω
    • πτωχεύω
    • κυκλοφορώ
    • διαψεύδω
    • μετριάζω
    • εμποδίζω
    • κοπάζω
    • αχρηστεύω
    • διαλευκαίνω
    • διαπερνώ
    • εξιχνιάζω
    • επανεμφανίζομαι
    • θρυμματίζομαι
    • ξημερώνω
    • παραδίνομαι
    • υποτροπιάζω
    • φαλιρίζω
    • χρεοκοπώ
    • χρεωκοπώ
    • κοινοποιώ
    • υποβιβάζω
    • φανερώνω
    • δηλώνω
    • αλλάζω τόνο
    • γίνομαι γνωστός
    • ευτυχής περίσταση
    • ξεδιαλύνω
    • παύση
    • προκαλώ ρήξη
    • σπάω το ηθικό
    • σπάω τον τσαμπουκά σε κπ
    • συντρίβομαι
    • τερματίζω πρόωρα
    • το σκάω

Εικόνες με "Break"

Φράσεις παρόμοιες με "Break" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Break" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη