Μετάφραση του "breadth" σε Ελληνικά

Οι πλάτος, φάρδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "breadth" σε Ελληνικά.

breadth noun γραμματική

The extent or measure of how broad or wide something is. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλάτος

    noun neuter

    The overall breadth shall be measured in metres with an accuracy of two decimals.

    Η μέτρηση του ολικού πλάτους γίνεται σε μέτρα, με ακρίβεια δύο δεκαδικών ψηφίων.

  • φάρδος

    noun

    Well, I do respond to the breadth of his shoulders and his strong jaw line.

    Ενίσταμαι στο φάρδος των ώμων του και στη δυνατή γραμμή του σαγονιού του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " breadth " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "breadth" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "breadth" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη