Μετάφραση του "breadstuff" σε Ελληνικά

Οι άρτος, ψωμί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "breadstuff" σε Ελληνικά.

breadstuff noun γραμματική

Flour, grain (such as wheat or oats), or any cereal, such as would be used in the making of bread [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρτος

    noun masculine
  • ψωμί

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " breadstuff " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "breadstuff" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη