Μετάφραση του "Cancellation" σε Ελληνικά
Οι ακύρωση, ανάκληση, κατάργηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Cancellation" σε Ελληνικά.
The act, process, or result of canceling; as, the cancellation of certain words in a contract, or of the contract itself. [..]
-
ακύρωση
noun feminineact of cancelling
These irregular payments were made towards the end of the financial year, thereby avoiding cancellation of budget appropriations.
Αυτές οι παράτυπες πληρωμές πραγματοποιήθηκαν προς τα τέλη του οικονομικού έτους, αποφεύγοντας έτσι την ακύρωση πιστώσεων του προϋπολογισμού.
-
ανάκληση
nounIndeed, the closure of the airport would have triggered the cancellation of its operating license.
Το κλείσιμο του αερολιμένα θα οδηγούσε σε ανάκληση της άδειας λειτουργίας του.
-
κατάργηση
noun feminineThe corrections made by the Member State shall consist in cancelling all or part of the Community contribution.
Οι διορθώσεις που πραγματοποιούνται από το κράτος μέλος συνίστανται σε ολική ή μερική κατάργηση της σχετικής κοινοτικής συμμετοχής.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ματαίωση
- διαγραφή
- ακύρωση, απαλοιφή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Cancellation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Cancellation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κουλτούρα ακύρωσης
-
ακύρωση
-
άκυρος · ακυρωθείς
-
ακυρωτής
-
ακύρωση
-
ακυρωμένος · ακυρώθηκε
-
Μονάδα ακύρωσης ακουστικής αντήχησης
-
διαγραφή χρέους