Μετάφραση του "Clay" σε Ελληνικά

Οι Άργιλος, πηλός, άργιλος, πηλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Clay" σε Ελληνικά.

Clay proper noun

A surname. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άργιλος, πηλός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Clay " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

clay verb noun γραμματική

A mineral substance made up of small crystals of silica and alumina, that is ductile when moist; the material of pre-fired ceramics. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άργιλος

    noun masculine

    mineral substance [..]

    The clay also helps to absorb the toxins found in many leaves that the elephants eat.

    Ο άργιλος επίσης βοηθά στην απορρόφηση τοξινών που βρίσκονται σε πολλά φύλλα που τρώνε οι ελέφαντες.

  • πηλός

    noun masculine

    mineral substance

    One is red clay, which is very common in Virginia.

    Ο ένας είναι κόκκινος πηλός, που είναι πολύ συνηθισμένος στη Βιρτζίνια.

  • πήλινος

    adjective

    She actually started this company where she makes these little clay pots.

    Στην πραγματικότητα ίδρυσε αυτή την εταιρία όπου φτιάχνει εκείνα τα μικρά πήλινα δοχεία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λάσπη
    • πυρίμαχο τούβλο
    • τέφρα των νεκρών
    • χώμα
    • Άργιλος
    • λείψανο
    • πτώμα

Εικόνες με "Clay"

Φράσεις παρόμοιες με "Clay" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Clay" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη