Μετάφραση του "Commodity" σε Ελληνικά

Οι Εμπόρευμα, αγαθό, προϊόν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Commodity" σε Ελληνικά.

Commodity
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εμπόρευμα

    Land is no ordinary commodity which can simply be manufactured in larger quantities.

    Η γη δεν είναι κοινό εμπόρευμα που μπορεί απλά να παράγεται σε μεγαλύτερες ποσότητες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Commodity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

commodity noun γραμματική

(obsolete) Convenience; usefulness, suitability. [15th-19th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγαθό

    noun neuter

    In addition, blubber and baleen were important commodities at the time.

    Επιπρόσθετα, το λίπος και οι μπαλένες ήταν σημαντικά εμπορικά αγαθά εκείνη την εποχή.

  • προϊόν

    noun neuter

    The re are linkages between demand for agricultural commodities and pressures on land use.

    Υπάρχει σχέση μεταξύ της ζήτησης για γεωργικά προϊόντα και των πιέσεων που ασκούνται στις χρήσεις γης.

  • εμπόρευμα

    noun

    Land is no ordinary commodity which can simply be manufactured in larger quantities.

    Η γη δεν είναι κοινό εμπόρευμα που μπορεί απλά να παράγεται σε μεγαλύτερες ποσότητες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • είδος
    • βασικό αγαθό
    • άνεση
    • αγαθά
    • βασικό προϊόν
    • ευκολία

Φράσεις παρόμοιες με "Commodity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Επενδύσεις σε εμπορεύματα · αγορά βασικών προϊόντων
  • συμφωνία για τα προϊόντα βάσεως
  • τιμή βασικών προϊόντων
  • A flushless, portable, chair-like toilet, usually for the elderly ... Historically, it also denotes an antique or low chest of drawers, usually highly ornamented. · βολικός · κομό · σιφονιέρα · σκευοθήκη
  • χρηματιστήριο εμπορευμάτων
  • εμπορικά πρότυπα
  • εμπορεύματα · πρώτες ύλες
  • χρηματιστήριο εμπορευμάτων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Commodity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη