Μετάφραση του "commodities" σε Ελληνικά
Οι εμπορεύματα, πρώτες ύλες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commodities" σε Ελληνικά.
commodities
noun
Plural form of commodity. [..]
-
εμπορεύματα
Electricity and gas are essential products and differ from other commodities.
Η ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο είναι ουσιώδη προϊόντα και διαφέρουν από τα λοιπά εμπορεύματα.
-
πρώτες ύλες
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " commodities " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "commodities" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εμπόρευμα
-
Επενδύσεις σε εμπορεύματα · αγορά βασικών προϊόντων
-
συμφωνία για τα προϊόντα βάσεως
-
τιμή βασικών προϊόντων
-
βολικός · κομό · σιφονιέρα · σκευοθήκη
-
χρηματιστήριο εμπορευμάτων
-
εμπορικά πρότυπα
-
χρηματιστήριο εμπορευμάτων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη