Μετάφραση του "Conceal" σε Ελληνικά

Οι Αποκρύπτω, υποκρύπτω, αποκρύπτω, κρύβω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Conceal" σε Ελληνικά.

Conceal
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποκρύπτω, υποκρύπτω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Conceal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

conceal verb γραμματική

(transitive) To hide something from view or from public knowledge, to try to keep something secret. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκρύπτω

    verb

    to hide something

    I take a modest pride in concealing my rank under the sober pinstripe of an American gentleman.

    Κάνει καλό στη μετροφροσύνη μου, το ότι αποκρύπτω τον τίτλο μου κάτω από το προσωπείο του Αμερικανού κυρίου.

  • κρύβω

    verb

    To conceal the body during transport from the primary.

    Για να κρύψει το πτώμα κατά τη μεταφορά του από τον τόπο του εγκλήματος.

  • υποκρύπτω

    Verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συγκαλύπτω
    • κρύπτω
    • απόκρυψη

Εικόνες με "Conceal"

Φράσεις παρόμοιες με "Conceal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Conceal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη