Μετάφραση του "concealed" σε Ελληνικά
Το κρύπτoς είναι η μετάφραση του "concealed" σε Ελληνικά.
concealed
adjective
verb
Simple past tense and past participle of conceal. [..]
-
κρύπτoς
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " concealed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "concealed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποκρύπτω · κρύβω
-
σύστημα απόκρυψης
-
Αποκρύπτω, υποκρύπτω
-
αποκρύπτω · απόκρυψη · κρύβω · κρύπτω · συγκαλύπτω · υποκρύπτω
-
άδεια κεκαλυμμένης οπλοφορίας
-
απόκρυψη · κρύψιμο · συγκάλυψη
-
συγκάλυψης απώλειας πακέτου
-
αποσιώπηση · απόκρυψη · επικάλυψη · κρύψιμο · συγκάλυψη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη