Μετάφραση του "concealing" σε Ελληνικά

Οι απόκρυψη, κρύψιμο, συγκάλυψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concealing" σε Ελληνικά.

concealing noun adjective verb γραμματική

Present participle of conceal. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόκρυψη

    noun

    Specific warnings about confidentiality, impartiality and concealment of conflict of interest will be included.

    Συμπεριλαμβάνονται ειδική προειδοποίηση σχετικά με την εμπιστευτικότητα, την αμεροληψία και την απόκρυψη σύγκρουσης συμφερόντων.

  • κρύψιμο

    noun

    Guinea pigs should always be provided with manipulable materials such as hay for chewing and concealment.

    Τα ινδικά χοιρίδια θα πρέπει πάντοτε να διαθέτουν υλικά για απασχόληση, όπως άχυρο για μάσημα και για κρύψιμο.

  • συγκάλυψη

    noun

    However, Srebrenica also stands for the concealment of killings and the destruction of mass graves.

    Ωστόσο, Σρεμπρένιτσα σημαίνει επίσης τη συγκάλυψη θανατώσεων και την καταστροφή ομαδικών τάφων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " concealing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "concealing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποκρύπτω · κρύβω
  • σύστημα απόκρυψης
  • Αποκρύπτω, υποκρύπτω
  • κρύπτoς
  • αποκρύπτω · απόκρυψη · κρύβω · κρύπτω · συγκαλύπτω · υποκρύπτω
  • άδεια κεκαλυμμένης οπλοφορίας
  • συγκάλυψης απώλειας πακέτου
  • αποσιώπηση · απόκρυψη · επικάλυψη · κρύψιμο · συγκάλυψη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "concealing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη