Μετάφραση του "Contribute" σε Ελληνικά

Οι συνδράμω, συνεισφέρω, συμβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Contribute" σε Ελληνικά.

Contribute
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδράμω

    To contribute

    So it takes two of you to ask me to contribute to the delinquency of minors?

    Και έπρεπε να έρθετε και οι δύο να μου ζητήσετε να συνδράμω στη διαφθορά των νέων;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Contribute " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

contribute verb γραμματική

To give something, that is or becomes part of a larger whole. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεισφέρω

    verb

    to give something, that is or becomes part of a larger whole

    We all have to contribute.

    Όλοι πρέπει να συνεισφέρουμε.

  • συμβάλλω

    verb

    The thorough work that they have been doing is a very valuable contribution to our discussions.

    Το ολοκληρωμένο έργο που έχουν επιτελέσει συμβάλλει πολύ σημαντικά στις συζητήσεις μας.

  • συντελώ

    verb

    It had improved labour mobility and contributed to the free movement of drivers.

    Βελτίωσε την κινητικότητα των εργαζομένων και συνετέλεσε στην ελεύθερη κυκλοφορία των οδηγών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμμετέχω
    • συντείνω
    • συνδράμω
    • εισφέρω
    • υποβοηθώ
    • συνεργώ

Φράσεις παρόμοιες με "Contribute" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Contribute" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη