Μετάφραση του "Contribution" σε Ελληνικά

Οι Συνεισφορά, συμβολή, εισφορά, συνεισφορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Contribution" σε Ελληνικά.

Contribution
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συνεισφορά, συμβολή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Contribution " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

contribution noun γραμματική

Something given or offered that adds to a larger whole. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισφορά

    noun feminine

    something given or offered that adds to a larger whole [..]

    The contribution shall be paid into a fund each month.

    Η εισφορά καταβάλλεται σε ένα ταμείο σε μηνιαία βάση.

  • συνεισφορά

    noun feminine

    the act of contributing

    The contribution of social partners and labour market expertise must be well structured.

    Η συνεισφορά των κοινωνικών εταίρων και των εμπειρογνωμόνων της αγοράς εργασίας πρέπει να είναι καλά διαρθρωμένη.

  • δωρεά

    noun feminine

    A voluntary gift or contribution for a specific cause.

    I've been meaning to make a contribution but it keeps slipping my mind.

    Ήθελα να κάνω μια δωρεά αλλά δεν είμαι σίγουρη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμβολή
    • συμμετοχή
    • μέρος
    • συνδρομή
    • προσφορά
    • άρθρο
    • αξία
    • συνεργασία
    • προτέρημα
    • προσόν

Φράσεις παρόμοιες με "Contribution" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Contribution" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη