Μετάφραση του "contributor" σε Ελληνικά
Οι συνεργάτης, συντελεστής, εισφορέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contributor" σε Ελληνικά.
contributor
noun
γραμματική
A benefactor; someone who donates to charity or some cause. [..]
-
συνεργάτης
noun masculineBeing a loyal contributor does not make me chairman of the board.
Όντας πιστός συνεργάτης δεν μου κάνει πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου.
-
συντελεστής
nounSeems our dead man is not only a subscriber but a contributor also.
Ο νεκρός μας, δεν ήταν απλός συνδρομητής, ήταν και συντελεστής.
-
εισφορέας
The UK, as a net contributor, would likely be expected to bear the heaviest fiscal burden.
Ως καθαρός εισφορέας, το "νωμένο Βασίλειο κατά πάσα πιθανότητα θα υφίστατο τη μεγαλύτερη δημοσιονομική επιβάρυνση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χορηγός
- συμβάλλων
- συνεισφέρων συγγραφέας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " contributor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "contributor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κράτος που εισφέρει περισσότερα από όσα εισπράττει
-
Λειτουργία συμβολής
-
ρόλος συμβάλλοντος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη