Μετάφραση του "Determinant" σε Ελληνικά

Οι Ορίζουσα, ορίζουσα, καθοριστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Determinant" σε Ελληνικά.

Determinant
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ορίζουσα

    Productivity - the amount of output per hour of work - is a key determinant of potential growth.

    Η παραγωγικότητα - το ποσό έργου ανά ώρα εργασίας - είναι καθοριστική ορίζουσα της δυνητικής ανάπτυξης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Determinant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

determinant adjective noun γραμματική

A determining factor; an element that determines the nature of something [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορίζουσα

    noun feminine

    in mathematical sense

    Productivity - the amount of output per hour of work - is a key determinant of potential growth.

    Η παραγωγικότητα - το ποσό έργου ανά ώρα εργασίας - είναι καθοριστική ορίζουσα της δυνητικής ανάπτυξης.

  • καθοριστικός

    Economic growth is a crucial determinant of public finances.

    Η οικονομική μεγέθυνση είναι ένας κρίσιμος καθοριστικός παράγοντας των δημόσιων οικονομικών.

  • Ορίζουσα

    for a n-sized square matrix A in a field K, omitting the sign, it is the sum of all possible products of n elements located in both different rows and columns

    Productivity - the amount of output per hour of work - is a key determinant of potential growth.

    Η παραγωγικότητα - το ποσό έργου ανά ώρα εργασίας - είναι καθοριστική ορίζουσα της δυνητικής ανάπτυξης.

  • καθοριστικός παράγων

    noun

    However, it is not easy to determine which element is determinative in the subscription decision.

    Ωστόσο, δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί ποιος είναι ο καθοριστικός παράγοντας στην απόφαση της συνδρομής.

Φράσεις παρόμοιες με "Determinant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Determinant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη