Μετάφραση του "determination" σε Ελληνικά
Οι αποφασιστικότητα, απόφαση, προσδιορισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "determination" σε Ελληνικά.
The act of determining, or the state of being determined. [..]
-
αποφασιστικότητα
noun femininequality of mind which reaches definite conclusions; decision of character; resoluteness
With his enthusiasm and determination, he's an example to the rest of the team.
Με τον ενθουσιασμό και την αποφασιστικότητα του, είναι παράδειγμα για την υπόλοιπη ομάδα.
-
απόφαση
noun feminineThe important thing here is not essentially to determine differences in the level of protection afforded by the biotope orders.
Εν προκειμένω δεν είναι απαραίτητο να γίνουν διακρίσεις ανάλογα με το περιεχόμενο των αποφάσεων περί βιοτόπων όσον αφορά το επίπεδο της παρεχομένης προστασίας.
-
προσδιορισμός
nounWhenever results from earlier surveys are available an attempt should be made to determine trends.
Όταν υπάρχουν αποτελέσματα από προηγούμενες έρευνες θα πρέπει να επιδιώκεται ο προσδιορισμός τάσεων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καθορισμός
- διαπίστωση
- συμπέρασμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " determination " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Προσδιορισμός, καθορισμός
Φράσεις παρόμοιες με "determination" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έχω βάλει σκοπό να · έχω βαλθεί να · είμαι αποφασισμένος να
-
συντελεστής προσδιορισμού
-
χωροθετώ
-
Δορυφορικές υπηρεσίες ραδιοεντοπισμού
-
καθοριστικός παράγων
-
αδίστακτος · ανένδοτος · αποφασισμένος · αποφασιστικός
-
Υπό καθορισμό
-
προσδιορίσιμος