Μετάφραση του "Disable" σε Ελληνικά

Οι Απενεργοποιώ, αδρανοποιώ, απενεργοποιώ, απενεργοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Disable" σε Ελληνικά.

Disable
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απενεργοποιώ, αδρανοποιώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Disable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

disable adjective verb γραμματική

to render unable; to take away the ability. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απενεργοποιώ

    verb

    To make a device, component, or feature nonfunctional. For example, if you disable a device in a hardware configuration, you cannot use the device when your computer uses that hardware configuration. Disabling a device frees the resources that were allocated to the device.

    You have taught me how to disable them.

    Μου έμαθες πως να τα απενεργοποιώ.

  • απενεργοποίηση

    Noun

    The continuous warning shall not be easily disabled or ignored.

    Δεν πρέπει να είναι εύκολη η απενεργοποίηση ή η αγνόηση της συνεχούς προειδοποίησης.

  • ακινητοποιώ

    Verb verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αχρηστεύω
    • παροπλίζω

Φράσεις παρόμοιες με "Disable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Disable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη