Μετάφραση του "disabled" σε Ελληνικά
Οι ανάπηρος, απενεργοποιημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disabled" σε Ελληνικά.
disabled
adjective
noun
verb
γραμματική
Made incapable of use or action. [..]
-
ανάπηρος
noun adjective masculinehaving a physical disability
Onur isn't disabled, it's you who is so actually.
Ο Ονούρ δεν είναι ανάπηρος, ανάπηροι είστε εσείς.
-
απενεργοποιημένος
Pertaining to the state of a control in which normal functionality is not available to a user.
The denominator is not disabled according to paragraph 5.6; and
ο παρονομαστής δεν είναι απενεργοποιημένος, σύμφωνα με το σημείο 5.6 και
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disabled " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "disabled"
Φράσεις παρόμοιες με "disabled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατάσταση απενεργοποίησης
-
Νομοθεσία για Αμερικανούς με αναπηρίες (ADA)
-
Αναπηρία · αδυναμία · αναπηρία · ανικανότητα · μειονέκτημα
-
ενσωμάτωση των ατόμων με ειδικές ανάγκες
-
ασφάλιση αναπηρίας
-
Απενεργοποιώ, αδρανοποιώ
-
απενεργοποιώ
-
απενεργοποιημένη δυνατότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη