Μετάφραση του "disability" σε Ελληνικά
Οι αναπηρία, ανικανότητα, μειονέκτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disability" σε Ελληνικά.
disability
noun
γραμματική
State of being disabled; deprivation or want of ability; absence of competent physical, intellectual, or moral power, means, fitness, and the like. [..]
-
αναπηρία
nounSuddenly, my disability on the world wide web is fair game.
Ξαφνικά, η αναπηρία μου ήταν νόμιμο θήραμα στο Διαδίκτυο.
-
ανικανότητα
noun feminineIf that's some sort of learning disability, I think it's very insensitive.
Εντάξει, αν είναι κάποια μαθησιακή ανικανότητα, νομίζω ότι είναι πολύ αναίσθητο.
-
μειονέκτημα
noun neuterYou see a disability, I see a weak point guard.
Βλέπεις ένα μειονέκτημα, εγώ βλέπω έναν αδύναμο pοint guard.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αδυναμία
- Αναπηρία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disability " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "disability" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατάσταση απενεργοποίησης
-
Νομοθεσία για Αμερικανούς με αναπηρίες (ADA)
-
ενσωμάτωση των ατόμων με ειδικές ανάγκες
-
ασφάλιση αναπηρίας
-
Απενεργοποιώ, αδρανοποιώ
-
ανάπηρος · απενεργοποιημένος
-
απενεργοποιώ
-
απενεργοποιημένη δυνατότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη