Μετάφραση του "Discount" σε Ελληνικά
Οι Έκπτωση, έκπτωση, υφαίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Discount" σε Ελληνικά.
-
Έκπτωση
The price of this car is discounted fifteen percent.
Η τιμή αυτού του αυτοκινήτου έχει έκπτωση δεκαπέντε τοις εκατό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Discount " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
To deduct from an account, debt, charge, and the like; to make an abatement of; as, merchants sometimes discount five or six per cent for prompt payment of bills. [..]
-
έκπτωση
noun femininereduction in price [..]
I fought for a discount but they don't come any cheaper!
Πάλεψα μήπως πάρω καμμιά έκπτωση, αλλά ήταν εντελώς αρνητικοί σ'αυτό!
-
υφαίρεση
femininededuction made for interest
-
προεξόφληση
Therefore, this Standard does not require or permit the discounting of deferred tax assets and liabilities.
Συνεπώς, αυτό το Πρότυπο δεν απαιτεί και δεν επιτρέπει την προεξόφληση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων και υποχρεώσεων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αγνοώ
- αποκλείω
- παραβλέπω
- αμελώ
- θεωρώ υπερβολή
Φράσεις παρόμοιες με "Discount" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκπτωτικό μαγαζί · κατάστημα εκπτώσεων
-
προεξόφληση
-
Συμφωνία εκπτώσεων όγκου
-
έκπτωση ανά όγκο · έκπτωση χονδρικής
-
μη αυτόματη έκπτωση
-
έκπτωση · έκπτωση λόγω αγοράς σε μετρητά
-
προεξοφλητικό επιτόκιο
-
υποβιβασμένος