Μετάφραση του "discountenance" σε Ελληνικά
Οι αποδοκιμάζω, αποθαρρύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "discountenance" σε Ελληνικά.
discountenance
verb
γραμματική
To have an unfavorable opinion of; to deprecate or disapprove [..]
-
αποδοκιμάζω
verb -
αποθαρρύνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " discountenance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη