Μετάφραση του "discounting" σε Ελληνικά

Το προεξόφληση είναι η μετάφραση του "discounting" σε Ελληνικά.

discounting verb

Present participle of discount. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προεξόφληση

    feminine

    Therefore, this Standard does not require or permit the discounting of deferred tax assets and liabilities.

    Συνεπώς, αυτό το Πρότυπο δεν απαιτεί και δεν επιτρέπει την προεξόφληση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων και υποχρεώσεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " discounting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "discounting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "discounting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη