Μετάφραση του "discounting" σε Ελληνικά
Το προεξόφληση είναι η μετάφραση του "discounting" σε Ελληνικά.
discounting
verb
Present participle of discount. [..]
-
προεξόφληση
feminineTherefore, this Standard does not require or permit the discounting of deferred tax assets and liabilities.
Συνεπώς, αυτό το Πρότυπο δεν απαιτεί και δεν επιτρέπει την προεξόφληση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων και υποχρεώσεων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " discounting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "discounting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκπτωτικό μαγαζί · κατάστημα εκπτώσεων
-
Συμφωνία εκπτώσεων όγκου
-
έκπτωση ανά όγκο · έκπτωση χονδρικής
-
μη αυτόματη έκπτωση
-
Έκπτωση
-
έκπτωση · έκπτωση λόγω αγοράς σε μετρητά
-
προεξοφλητικό επιτόκιο
-
υποβιβασμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη