Μετάφραση του "Disqualify" σε Ελληνικά

Οι Αποκλείω, κρίνω ακατάλληλο, αποκλείω, αποκλεισμό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Disqualify" σε Ελληνικά.

Disqualify
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποκλείω, κρίνω ακατάλληλο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Disqualify " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

disqualify verb γραμματική

To make ineligible for something, by the explicit revocation of a previous qualification. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκλείω

    verb

    You had to know that your kid would be disqualified for cobra kai'ing my third baseman.

    Επρεπε να γνωρίζεις πως το παιδί σου θα αποκλείονταν από τον τρίτο μου παίκτη βάσης.

  • αποκλεισμό

    Conversing outside of your allotted team will disqualify not only yourself, but your partner as well.

    Οι συνομιλίες εκτός ομάδος θα οδηγήσουν στον αποκλεισμό το δικό σας καθώς και της ομάδας σας.

  • κρίνω ακατάλληλο

    To see if there's anything that could disqualify him.

    Για να δεις αν υπάρχει κάτι που να τον κρίνει ακατάλληλο.

Φράσεις παρόμοιες με "Disqualify" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Disqualify" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη