Μετάφραση του "disqualification" σε Ελληνικά
Οι ανικανότητα, αναρμοδιότητα, αποκλεισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disqualification" σε Ελληνικά.
disqualification
noun
γραμματική
The act of disqualifying, or state of being disqualified; want of qualification; incompetency; disability; as, the disqualification of men for holding certain offices. [..]
-
ανικανότητα
noun feminineact of disqualifying
-
αναρμοδιότητα
Noun -
αποκλεισμός
Adjective masculineThe independent commission claims that the disqualification came over campaign finance violations.
Η ανεξάρτητη επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο αποκλεισμός προήλθε από παραβιάσεις χρηματοδότησης εκστρατείας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disqualification " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη